Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

"Πάνε μέρες που μοσχοβολάει παρελθόν..."







Κυριακή πρωί σε γειτονιά περίκλειστη, μέσα στα υψωμένα  λαμαρινένια παραπετάσματα -σχεδόν "του κουτιού" άνθρωποι και σπίτια εδώ...- από τα  ...επαχθή και χρονίζοντα έργα του metro. (Που αργούν να φέρουν την καινούργια  εποχή στην πόλη). 
Πως μοσχοβολάει το παρελθόν; Μούχλα, υγρασίες που ποτίζουν πατώματα και τοίχους, ναφθαλίνη, η γιαγιά που βήχει, ένας δίσκος φάρμακα πάνω στο τραπέζι με το νάυλον τραπεζομάντηλο... Στο ράδιο τραγούδια ρετρό με την Βέμπο. Τα πρώτα που μου έρχονται στο νου. Κλεισούρα. Σκοτεινιά. Φτώχεια. Λύπες... Αυτά μόνο;
Όχι βέβαια. Και μυρωδιές και δροσιές αυτοσχέδιων μικρών κήπων. Γαρύφαλλα, βασιλικά και αμπαρόριζες στις γλάστρες. Δυόσμος στο αυτί. Κομπινεζόν, μπικουτί και καφές στις έξη το απόγευμα στο μικρό μπαλκόνι. Ελπίδα. Υπομονή. Έξω καρδιά συνομιλία με τις γειτόνισες...
Στάθηκα να φωτογραφήσω το ωραίο σύνθημα... Τί να πέρασε τάχα από το νου του συγγραφέα των τοίχων;

"Τον τοίχο φωτογραφίζει καλέ!" ακούγεται από το ημιυπόγειο. Μια σίτα το παράθυρο, και ανοιχτό κάτω από τα πόδια μου, μόλις που μ' αφήνει να διακρίνω  τα δυό πρόσωπα ηλικιωμένων γυναικών που αγναντεύουν έξω (προς τα "πού;"  και σε "τί;"). 
"Τί γράφει εκεί;" μου λένε. "Κι άλλοι στέκονται και το διαβάζουν μα εγώ δεν έχω καταφέρει να βγω να δω!"

Της είπα. "Πάνε μέρες που μοσχοβολάει παρελθόν..." "Χμμμ...Παρελθόν..." κάνει η μια. "Εγώ δηλαδή στα νιάτα μου- Παλιά. Πολύ παλιά!" (Μ' ενα μικρό γέλιο το άφησε αυτό να ειπωθεί).
"Έλα κάτω να κεράσουμε γλυκό κεράσι" μου πρότεινε η άλλη... Ευχαρίστησα ευγενικά -ίσως και κάπως αμήχανα- κι  έφυγα.


Πιο κει ένας νεαρός πλησιάζει σ' ένα παρκαρισμένο αμάξι μέσα στο σκουπιδότοπο που χρησιμοποιείται και σαν χώρος πάρκινγκ. Νιώθω πως θέλει να μιλήσει, να ψιθυρίσει γλυκόλογα στο γάτο που κάθεται αμέριμνος και πείσμων πάνω στον ουρανό ενός μαύρου αυτοκινήτου. (Τον φωτογράφησα όταν έφτασα -είχα τελειώσει τη δουλειά μου και όλη αυτή την ώρα εκείνος στο ίδιο μέρος. Ρούπι δεν κούνησε).  Ο νεαρός πλησιάζει γοργά. Και.. "Φύγε!", "τσακίσου" είπα λέει στον γάτο. Χειρονομεί και τον κυνηγάει. Το ζώο κάνει μια βουτιά ανάμεσα στα ξερόκλαδα και τα λογής μπάζα και χάνεται αστραπή...

Συμπέρασμα-ηθικόν δίδαγμα: Το παρόν διώχνει τους γάτους γιατί του χαλάνε τη μόστρα. Το παρελθόν κερνάει γλυκό κεράσι του κουταλιού. 

Και νά γιατί υπογείως  μ ο σ χ ο β ο λ ά ε ι!




Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

"Ο άλλος" χάρτης της Χίου...




Η ποιητική συλλογή του Θωμά Στεργιόπουλου
 "Ενθύμιον Χίου" - εκδόσεις Οροπέδιο, 2017.




[...] Είναι εδώ κάτω απ' την καμένη πέτρα
ένα ανεξήγητο κόκκινο
που ανεβαίνει απ' τα βάθη του νησιού.

 Θ. Στεργιόπουλος, Καλοκαίρι στη Συκιάδα 

    

Ο Θωμάς Στεργιόπουλος, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μέρος όλο βουνά και πέτρες. Στη Βόρειο Ήπειρο-πολύ κοντά στα σύνορα. Αργότερα, σαν βρέθηκε πια στην Ελλάδα, για βιοπορισμό και για την καινούργια του ζωή, είχε ένα πέρασμα από την Χίο που κράτησε για τέσσερα σχεδόν χρόνια [1992-1996]. Οι ποιητικές του σημειώσεις και μνήμες από το νησί, για εικοσιπέντε χρόνια αφημένες «στο συρτάρι» με τον τίτλο «Ενθύμιον Χίου», που εκδόθηκαν πρόσφατα από το «Οροπέδιο» του Δημ. Κανελλόπουλου,  μας προσφέρονται σήμερα σαν το κρασί της μεταλαβιάς.

      Η άμεση δια ζώσης προσωπική επαφή με τον Θωμά Στεργιόπουλο σ’ αφήνει με την εντύπωση πως έχεις να λογαριάζεσαι με έναν άνθρωπο ευγενικό και ειλικρινή, βαθιά αισθαντικό, διαρκώς παλλόμενο από ένταση ενθουσιασμού και δημιουργίας, διψασμένο για ακάματη μελέτη και με κατασταλαγμένη γνώση χρόνων. 


Ο Στεργιόπουλος απο νωρίς υπηρετεί κυρίως το διήγημα, έχοντας αρκετές ήδη συλλογές διηγημάτων στο «ενεργητικό» του, όμως θητεύει και στην μετάφραση, το δοκίμιο και την ποίηση (όταν καταφέρνει να  ξεφύγει από το βλέμμα της αστόργου μητρός …ιατρικής). Η μνήμη της πατρίδας (τα χώματα, οι πρόγονοι, η παιδική ηλικία) -ο πόνος της απώλειας-το δράμα της προσφυγιάς είναι το διαπασών που συντονίζει τις χορδές του Στεργιόπουλου. Στην πολύ φροντισμένη ποιητική  συλλογή που κρατούμε στα χέρια μας αυτό μας φανερώνεται και με το παραπάνω.

      Γράφει ο Τ. Σ. Έλιοτ στα «Χορικά από τον Βράχο»:

Είν’ δύσκολο γι’ αυτούς που δε γνωρίσανε ποτέ
           τους διωγμούς,
Και που ποτέ ένα Χριστιανό δεν γνώρισαν,
Τούτες τις διηγήσεις για τους διωγμούς των Χρι-
          στιανών να τις πιστέψουν.
Είν’ δύσκολο γι’ αυτούς που ζουν κοντά σε Τράπεζα
Για την ασφάλεια ν’ αμφιβάλλουν των χρημάτων
         τους.
Είν’ δύσκολο γι’ αυτούς που ζούνε στην Αστυνο-
         μία κοντά,
Στο θρίαμβο να πιστέψουνε της βίας […]


[Από το «Εκτο χορικό»/συλλογή«ΔΕΚΑ ΧΟΡΙΚΑ ΑΠ’ ΤΟ ΒΡΑΧΟ», μτφρ. Ε.Ν. Μόσχος, εκδόσεις Ίκαρος].

Κι ο Στεργιόπουλος στο ποίημά του «Ο καημός της Ίωνίας» μας λέει:

[…] Κι είναι πολλοί αυτοί που μειδιούν
με τη μανία σου
και μ’ όλα εκείνα τα παλιά, τ’ άχρηστα πια
που μόνο όσοι έχασαν πατρίδα
μόνο εκείνοι ξέρουν τί αξίζουν.



     Ο Θ. Στεργιόπουλος ως περιηγητής της νήσου  Χίου. Επισκέπτης των τόπων των διωγμών, της εξορίας της σφαγής, αλλά και της εγκατάστασης ομοεθνών προσφύγων από την Ιωνία «απέναντι». Της Χίου του ξενιτεμού, της ναυτοσύνης, της αναχώρησης. Του τόπου με τους πληγωμένους (ανθρώπους, δέντρα και πουλιά). Μια μυσταγωγική αναδρομή πάνω σε πρόσωπα τεθνεώτων που καταφέρνουν να προσδώσουν χαρακτήρα και σημασία στους τόπους. (Χωρίς τον δικό τους ίσκιο όλα φαντάζουν ασήμαντα τουριστικά  highlights και κούφιες φωτογραφικές πόζες). Μια χαρτογραφία την «άλλης» Ελλάδας λοιπόν [«τον άλλο χάρτη της Ελλάδας»] όπως τη συναντά αποτυπωμένη πάνω στο πρόσωπο ενός νησιού. Δεν μοιάζει διόλου να αναζητά ο Στεργιόπουλος τις σκιές των Τζουστινιάνι ή των σπουδαίων Αργέντηδων. Μα τον Ματθαίο Μουντέ, τον Μάρκο Μαδιά, τον συλλέκτη παλαιών πραγμάτων Δημήτρη Ψωμαδάκη, τον Άγγελο Αγγελιδάκη, τον γέροντα από τα Ψαρά, τον ζωγράφο Αντώνη Τσατσαρώνη, τον ιδιότυπο γλύπτη Σέργιο Πατέντα, την Κυριακή Γατανά και τον κήπο της, τον γέρο Φωκιανό. Καθόλου δεν θυμάται να αναζητήσει τον Κοραή μα «τον τάφο του Ψυχάρη» τον επισκέπτεται. Συγγένειες εκλεκτικές… 


Τόλμησα να  συνοδέψω αυτή τη μικρή ανθολόγηση από τους στίχους του Θωμά Στεργιόπουλου με φωτογραφίες που τράβηξα στο νησί  –όταν ταξίδεψα κι εγώ εκεί – κάπου στα 1999…

Ο Θ.Σ. καθώς απευθύνεται στον Μάρκο Μαδιά γράφει:

Ήταν μικρό, πέτρινο το νησί.
Ομως μαζί σου μεγάλωνε κάθε μέρα
γινόταν τόπος ανεξερεύνητος, όλο μυστικά
και κρυμμένες ομορφιές [...] 

Μου έλεγες πως το ψωμί στη Βολισσό
έχει μια γεύση που σε ξανακάνει παιδί.
Πως τα καμένα πεύκα στα Καμπιά, στη Σιδηρούντα
είναι κορδέλα απ' το πένθος της Ελλάδας. [...] 




[...] 'Ηταν μικρό πέτρινο το νησί πριν σε γνωρίσω
μα εσύ έναν άλλο χάρτη της Χίου μου φανέρωσες
Κι είναι από τότε που ταξιδεύω πάνω του.




Για τον Άγγελο Αγγελιδάκη γράφει:

Κάποτε θα γίνει μια γιορτή στα Καρδάμυλα
Θ' ανέβουν απ΄το βυθό τα ναυαγισμένα καράβια
θά 'ρθούν απ' τα πέρατα της γης 
θαλασσόλυκοι και καραβοκύρηδες [...]



[...] Κι από τα στοιχειωμένα αρχοντικά
θα βγουν γενιοφόροι καπετάνιοι
να σου σφίξουν το χέρι, να σε αγκαλιάσουν.
Απ' τη βαθιά θάλασσα της λησμονιάς
ανέβασες στο φως τα καταποντισμένα Καρδάμυλα.
Από το ποίημα "Η θάλασα της λησμονιάς") 




Την συλλογή συναποτελούν τέσσερις ενότητες ποιημάτων. Στην πρώτη απ’ αυτές που φέρει τον τίτλο «Οι ξεναγοί» γίνεται αναφορά σε όσους ανέλαβαν, τώρα ή και στο παρελθόν, να μυήσουν τον νεοφερμένο στα ουσιώδη και σημαντικά της ενδοχώρας της Χίου. Τα ποιήματα εδώ –συχνά έμμετρα– φέρουν αφιερώσεις και συχνά θυμίζουν επιτύμβιες επιγραφές. Πλήρως ανταποκρίνονται σ’ έναν τέτοιο ρόλο με αυτόν τον αυστηρό δωρικό τους ρυθμό, την ευσύνοπτη καθαρότητα των νοημάτων που εκφράζουν και αυτόν τον μελαγχολικό –νοσταλγικό  τόνο που τα διαπνέει και τα διακρίνει.
 Συγκλονιστικά «τα κλειστά παράθυρα» που δανείζονται  τίτλο από το θέμα μιας έκθεσης του ζωγράφου Α. Τσατσαρώνη:


[…] Έσκυψα πάνω τους και είδα
τα εγκαταλειμμένα χωριά της βόρειας Χίου
τους τελευταίους κατοίκους των Ψαρών
τη θλίψη του ξεχασμένου Καστελλόριζου
και το δικό σου χέρι σαν μικρού παιδιού
να σπρώχνει τα παράθυρα, ν’ ανοίξουν.
(Από το ποίημα «Κλεισμένα παράθυρα»)


Υμνείται σχεδόν ο Σέργιος Πατέντας, ο λαϊκός γλύπτης που σμιλεύει μορφές (πουλιών, ανθρώπων, ζώων, λουλουδιών) πάνω στις ταπεινές πέτρες του:

[…] Προσκυνητής ερχόμουν ταπεινά
Στο πέτρινο, σεμνό σου εικονοστάσι.
Ένα φεγγίτη άνοιγες κρυφά
Και μου ’δειχνες μια Χίο από μεράκι.

Και ψάχνω χρόνια τώρα να τη βρω
σ’ αρχοντικά, περβόλια και ναυάγια
Κι έχω για τον κρυμμένο θησαυρό
τις αγιασμένες πέτρες σου σημάδια.

(Από το ποίημα «Πέτρινο εικονοστάσι»)





Ο αυτόχειρας ποιητής Ματθαίος Μουντές, που μνημονεύεται για τον περίπλου του Αιγαίου τον οποίο επιχείρησε …μέσα από τα ερτζιανά. Ραδιοφωνικές εκπομπές λόγου που γαλουχούν με στοργή έναν άλλον ποιητή που ενηλικιώνεται κάπου στην Αλβανία ενώ αφουγκράζεται από ελληνικούς σταθμούς ...την ανάσα της θάλασσας!


[…] Κι είμαστε τόσοι που περιμέναμε
ν’ ακούσουμε τη φωνή σου να μας καλεί,
για λιμάνια και μυχούς που δεν βρίσκονται
σε κανένα τουριστικό οδηγό
και αλεηλάτητες από τους σύγχρονους κουρσάρους
ομορφιές.

Πού πήγες και δε φαίνεσαι,
σε ψάχνουν τα καράβια, σου σφυρίζουν
πέρασαν πέντε καλοκαίρια χιώτικα
χωρίς εσένα, πως αντέχεις μακριά τους;

[…] Kaι τώρα ποιός θα βγει να πει
παινέματα για την πικροθάλασσα
για να μερέψουν οι μαυροντυμένες μανάδες
στα Καρδάμυλα και στον Βροντάδο.

Και ποιός τα βράδια, κάτω από το καράβι της Ακρόπολης,
θα κεράσει τους ποιητές μαστίχα και καλοσύνη; [...]

[…] ποιός θα βγει να πει με κείνη τη ζεστή φωνή
του ψάλτη και ποιητή
«Ευλογημένο ό,τι έρχεται απ’ τη Χίο!»
(Από το ποίημα «Ο μαγεμένος του Αιγαίου»)





Μνήμη Κυριακής Γατανά και του θαυμαστού κήπου της με «τ’ Αγγέλου το νερό»:


Σου λένε να κατέβεις στη Χώρα το χειμώνα
που ερημώνει το χωριό κι η μοναξιά ουρλιάζει…
Μα εσύ κοιτάς τα πεύκα που ροβολάνε απ’ το Έπος
Και ντρέπεσαι που δε θα βρουν μήτ’ ένα σπίτι ανοιχτό
να μπουν να το στολίσουν τα Χριστούγεννα.
Και μένεις.

[…] Κι όλο ανεβαίνουν απ’ τη Χώρα τα παιδιά
Και ψάχνουν το κλειδί  του παραδείσου
Κι εσύ χαμογελάς ευτυχισμένη στα Φυτά
Κι έχει γιορτή το σπίτι σου
Γαρύφαλλα ανθίζουν στην αυλή σου!
(Από το ποίημα «Το περιβόλι με τ’ Αγγέλου το νερό»)



Η μαγική …ευγονική της χλωρίδας της Χίου «δια χειρός» του γερο-Φωκιανού»:


 [...] Έμπαινε σε μπαξέδες και αυλές
Και πάντρευε δέντρα και ευωδιές

Και ξαφνικά αλλάξαν χρώμα τα τριαντάφυλλα
Και τα καϊσια φιλούσαν τα ροδάκινα

Από του γέρου Φωκιανού τα μάγια
Στο ίδιο δέντρο περγαμόντα και νεράντζια !
(Από το ποίημα «Ο γερο-Φωκιανός»)





Η άλλη ενότητα: «Ο αόρατος χάρτης»! Διαλέγω:

[…] Πνιγμένοι ναυτικοί και άγιοι στα εικονοστάσια
Αντί για φάροι ξωκκλήσια στα βράχια […]
(Από το ποίημα «Χάρτης της Χίου»)


  
Κι αυτή η θαυμάσια αναφορά στα διάσημα, καταπληγωμένα και πολύτιμα σχίνα του νησιού, τα μαστιχόδεντρα:





[…] Τυραννισμένα δέντρα χιλιοπληγωμένα

συχνά όταν περνάω ανάμεσά σας

και μετράω τις μαχαιριές,

Δε ξέρω γιατί, σκέφτομαι τους ποιητές.
 (Από το ποίημα «Μαστιχόδεντρα»)



Ο κρυμένος μυχός με το όνομα "Ελίντα":


Βαθύς, γαλάζιος μυχός
αθέατος και ντροπαλός
κρυμμένος κάπου στον παράδεισο
της δυτικής Χίου.
Γιατί φοβάται μήπως τον βρούνε οι τουρίστες.
(Από το ποίημα «Ελίντα»)




Τριγυρίζοντας χρόνια στο νησί
που λάτρευε τη Δήμητρα
βρήκα παινέματα της γης 
γραμμένα σε γκρεμους και καταράχια
απο ξωμάχους και περβολαρηδες ποιητές:
Θεόκηπα, Μολυβοχώματα, τ' Αγγέλου το νερό...
Και τον κυρ Γιάκωβο μες τα Καρδαμυλίτικα περβόλια
να τραγουδάει ένα παλιό τραγούδι ξεχασμένο:
«Πουλί μου το στηθακι  σου τί έχει που φυσκώνει
μήλο είναι ή ροδάκινο ή χιώτικο λεμόνι;»
(το ποίημα «Τριγυρίζοντας χρόνια στο νησί»)





[...] Χρόνια τώρα, τις νύχτες ο αγέρας
με τα σκουριασμένα καρφιά
ένα μεγάλο φέρετρο καρφώνει στα Βορειόχωρα.
(Από το ποίημα «Ελίντα»)



 Ακολουθούν οι "Ωρες της Χίου " και το "Ημερολόγιο":



Ηλιοβασίλεμα στη Σιδηρούντα
και το μενεξελί τριαντάφυλλο του ήλιου
αργεί να πέσει στη θάλασσα
επειδή τ' αγναντεύουν δυό ερωτευμένοι.
(το ποίημα «Ηλιοβασίλεμα στη Σιδηρούντα»)




[...] Mάης κι εσύ να περπατάς
στου Κάμπου τα περβόλια.
Να σε μεθούν οι ευωδιές απ' τα λεμονάνθια
και γύρω σου τοίχοι ψηλοί, πόρτες κλειστές.
Να σου 'ρχεται να κλάψεις
σα νά 'μεινες έξω απ΄τον παράδεισο.
(Από το ποίημα «Μάης στον Κάμπο»)




[...] Ένα ποτήρι λεμονάδα κάτω απ' το καμπαναριό, κι εσύ
ν' ανακαλύπτεις ύστερα από χρόνια
πως η ευτυχία είναι καμωμένη
από κάτι τέτοια απλά πράγματα
όπως αυτό το ποτήρι γεμάτο δροσιά
που το πίνεις κι ο κόσμος όλος
σου χαμογελάει.
(Από το ποίημα «Ιούλης στον Αη Γιώργη»)




[...] Δέκα χρόνια εκεί,
στα παραπήγματα και την ξερολιθιά
με τα μάτια καρφωμένα απέναντι
στα Αλάτσατα, στην Κάτω Παναγιά, στη Μενεμένη.
(Από το ποίημα «Μικρασιάτες πρόσφυγες στις Οινούσες»)




[...] Έχει μπει τόση αρμύρα στα μάτια μας
τόσος καπνός κι αποκαϊδια
που τίποτα δεν είδαμε από την όμορφη πόλη
με τους ανθρώπους που μας μοιάζουν
τους μικροπωλητές, τα ζαχαροπλαστεία
όπου κερνάνε βυσσινάδα
τους φίλους απ' την Ελλάδα.

Μη μας ρωτάτε για τη Σμύρνη
μή μας ρωτάτε για την προκυμαία
το ξακουστό λιμάνι.

[...] Μη μας ρωτάτε για τη Σμύρνη!

(Από το ποίημα «Επιστρέφοντας απ' τη Σμύρνη»)




[...] Ο τελευταίος κάτοικος στον Ανάβατο
και η ερημιά του νησιού που όλο μεγαλώνει
ο «Καπετάν Σταμάτης» που βάζει πλώρη για τα Ψαρά
δεκάδες μίλια απ' τη θύμησή μας μακριά.

(Από το ποίημα «Χάρτης της Χίου»)



Δυό ποιήματα που σχεδόν κλείνουν την συλλογή τα βρήκα ξεχωριστά: Το συγκλονιστικό  «Η σφαγή των πουλιών στα Ψαρά» και  «Ο πόνος στης θάλασσας» που μάλιστα φέρει την αφιέρωση Στον γιό μου... 

Στο πρώτο ή  «νέα σφαγή». Πουλιά προσφυγόπουλα-διαβατάρικα κάνουν να σιμώσουν τη στεριά στα Ψαρά και συναντούν τα βόλια των αδίστακτων κυνηγών. Κάνουν ύστερα να πάνε προς τη θάλασσα ...




[...] τρομαγμένα πέταγαν μακριά
πάνω από κύματα αφρισμένα
Δε βλέπαν όμως πουθενά στεριά
και γύριζαν ξανά απελπισμένα.

[...] Μες σε χαλάζι απο σκάγια και καπνό
τσίριζαν, κάναν κύκλους και πεθαίναν.

[...] Νοέμβρης ήτανε και στο μικρό νησί
μέρες συνεχιζότανε η μάχη.
και βλέποντας την νέα αυτή σφαγή 
αναρωτιόμουν αν στα Ψαρά η Άνοιξη θα ξανάρθει... 
                                                                                    (Από το ποίημα «Η σφαγή των πουλιών στα Ψαρά»)





Και στο ποίημα "Ο πόνος της θάλασσας" ύστερα από τα πολλά ερωτηματικά και τις εύλογες υποθέσεις:





Μα πότε μπήκε στο κρεβάτι σου η θάλασσα;
Όλοι οι δικοί μας χώμα ανακατεύανε [...]

Ίσως τα δειλινά στους Άγιους Σαράντα [...] 

Ισως στα Καρδάμυλα  που ανάσαιναν φουρτούνα 
όταν ο Καπετάν Κώστας σε άγγιξε [ ...]

[...] Εφυγες ξαφνικά κάποιο πρωί 
μ' ένα καραβι ακατάδεχτο και βιαστικό [...]

[...] Πάει καιρός που ένα μεγάλο καράβι
φορτωμένο φωτιά
κάνει κύκλους  γύρω από τη ζωή μας
κι είμαστε εμείς οι ναυαγοί.
                                                                               (Από το ποίημα «Ο πόνος της θάλασσας»)


Ισως αυτό να 'ναι το υποχρεωτικό τίμημα της γνωριμίας με το νησί: Κι άλλος ξενιτεμός! Ένας ακόμα πλάνητας των θαλασσών. Του κόσμου όλου γυριστής.
Για τούτο και το μαστιχόδεντρο του Θωμά Στεργιόπουλου πληγωμένο δακρύζει   διάφανα μυρωμένα κρυστάλλινα ποιήματα.

Άξιος ο φίλος ποιητής!